Οι Δυο Νεραϊδοχώρες (Μέρος ΙΙ)

…Για τη Δώθε Νεραϊδοχώρα λοιπόν ειπώθηκαν αυτά. Υπάρχει όμως και η Πέρα Νεραϊδοχώρα και ο χαρακτήρας της και οι κάτοικοί της είναι όπως είπαμε εντελώς, μα εντελώς διαφορετικοί.

Αν αναρωτιέστε πώς φτάνετε σε αυτή τη χώρα των θαυμάτων, θα είναι από ένα δρόμο που ποτέ δε θα βρείτε έξω από πόρτες. Το πιο πιθανό είναι να κλειδώσετε καλά την πόρτα του γραφείου σας, να τραβήξετε τις κουρτίνες και να σιγουρευτείτε ότι είστε σε απόλυτη ησυχία και μοναξιά. Και τότε μόνο, θα περάσετε με φόρα μέσα από τις πονηρές πύλες και θα βρεθείτε σε ένα μέρος που ποτέ δεν έχει θεριστεί το σιτάρι. Το σίγουρο είναι ότι θα κοιτάξετε ολόγυρα μπερδεμένοι και ίσως λίγο εκνευρισμένοι, νομίζοντας ότι σας έχω κοροϊδέψει και βρίσκεστε και πάλι στη Δώθε Νεραϊδοχώρα. Υπάρχει φως εδώ, ιδιαιτέρα στην αρχή. Στο τέλος όμως, υπάρχει μόνο πικρό σκοτάδι. Το φως για την ακρίβεια δε μοιάζει με κανένα φως που έχει δει ποτέ γη ή θάλασσα. Και πιστέψτε με, θα πρέπει να είστε ευγνώμονες γι’ αυτό – τα πάντα είναι πιο ασφαλή χωρίς αυτό το παλαβό φως!

Το πρώτο που πρέπει να ξέρετε είναι οτι η Πέρα Νεραϊδοχώρα δε μοιάζει και τόσο διαφορετική, ώστε να μπορέσουμε αμέσως να καταλάβουμε ότι βρισκόμαστε σε έναν ανίερο τόπο. Υπάρχει ομορφιά και χρώμα εδώ. Αλλά η ομορφιά δεν προέρχεται από τον ήλιο, ούτε από το φεγγάρι, τα χρώματα δεν είναι απ’ την αυγή ούτε απ’ το ηλιοβασίλεμα, ούτε από τον ουρανό ή τη θάλασσα. Οι ομίχλες που φιδογυρίζουν μπορεί τη μια στιγμή να αποκαλύψουν ένα μεγαλόπρεπο μαυριτανικό σαράι και την άλλη, την καλύβα ενός χωρικού, όπου κατοικούν τώρα πια οι νεκροί. Κέφι ή λύπη μπορεί να κατοικούν επίσης σε τέτοια οικήματα, αλλά προσέξτε να μην έρθετε πολύ κοντά σ’ αυτούς τους σπιτονοικοκύρηδες: ποτέ δεν ξέρετε τι μάσκες φοράνε οι λάμιες, όταν υποδέχονται χαμένους ταξιδευτές.

˜°˜°˜°˜°˜°˜°˜°˜

Γιατί αν στη Δώθε Νεραϊδοχώρα είναι όλα πέρα για πέρα αληθινά, σ’ αυτόν εδώ τον τόπο τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται…..

˜°˜°˜°˜°˜°˜°˜°˜

Όχι, δε  βασιλεύει καμία Τάξη ή καθεστηκυΐα φύση των πραγμάτων εδώ, δε μπορείς να βασιστείς σε τίποτα. Το σύκο φυτρώνει στα βάτα, όμως καλύτερα να μείνετε νηστικοί παρά να το φάτε. Τα αμπέλια και οι συκιές βρίθουν από αγκάθια. Πανέμορφα άνθη προφητεύουν μόνο καταστροφή και επικείμενη φρίκη. Αυτό βέβαια, μόλις ταξιδέψετε λιγάκι στα ενδότερα. Στην αρχή, δε θα σας πουν παρά ιστορίες για γλύκα και αρώματα για τις αισθήσεις. Πολυτελείς παπαρούνες στολίζουν κάθε μονοπάτι και στοιχειώνουν με νύχτα και όνειρα όποιον βαδίζει δίπλα τους. ‘Ομως προσέξτε πολύ το βαθύ ρόδο και το πιο λευκό κρινάκι: μπροστά τους, οι παπαρούνες μοιάζουν με αθώα παιδιά.

Ύστερα από πολύ λίγο στο ταξίδι σας σ’ αυτή τη Νεραϊδοχώρα, θα βρεθείτε στην άγνωστη Καντάθ, οπού ο Ράντολφ Κάρτερ ανακήρυξε το προσωπικό του Παλάτι των Αισθήσεων. Όμορφο μέρος, ε? Ναι, αλλά: εδώ ο Άλφ, το ιερό ποτάμι, κυλάει “μέσα από σπηλιές αμέτρητες για τους ανθρώπους, κάτω προς την ανήλιαγη θάλασσα.” Είναι πολύ θαυμαστό, στ’ αλήθεια. Αλλά είναι και σκοτεινό, και πλανάται στον αέρα ένας νεογέννητος τρόμος.

Λέγεται ότι υπάρχει ένας καλύτερος κόσμος και ότι τα δάση της Καντάθ περικλείουν ηλιόλουστα σημεία με πρασινάδα. Αλλά η καρδιά αυτού του μέρους! είναι “τόσο ιερό και μαγεμένο, σαν κάτω απ’ το φεγγάρι που μικραίνει, να το στοιχειώνει η μακρόσυρτη κραυγή της γυναίκας που φωνάζει το δαιμονικό εραστή της.” Και η ομορφιά του? “η σκιά του Παλατιού των Αισθήσεων αργοκυλούσε πάνω στα κύματα” – μια οφθαλμαπάτη που σπινθηρίζει, μια λάγνα, εξωπραγματική άνθιση της φαντασμαγορίας. Και εν μέσω όλων, “φωνές προγονικές προφητεύουν πόλεμο.”

Η Κρίσταμπελ, η Τζενεβίβ και ο Γέρος Ναυτικός ανήκουν σ’ αυτή τη Νεραϊδοχώρα. Οι πρώτες δύο στην αρχή, ο άλλος αρκετά πιο κάτω. Γιατί θα πρέπει να προσέξετε πώς ξεθωριάζει η ομορφιά, καθώς υποχωρούν μπροστά σας οι γνωστοί ορίζοντες, και πώς παίρνει τη θέση τους μια νέου τύπου αρμονία, ένα chiaroscuro από τρόμο και σκοτεινιά. Κι αυτό όμως έχει τη γοητεία του, όπως και η ομορφιά. Γιατί παίζει με το συναίσθημα με ένα άγγιγμα πιο άγριο, πιο δυνατό, πιο επιτακτικό. Γι’ αυτό ονομάζουμε τα ποιήματα και τις εικόνες της Πέρα Νεραϊδοχώρας το ίδιο όμορφα, Τεχνουργήματα. Κάποια μέρα ίσως γίνουμε πιο σοφοί.. Ομορφιά δεν είναι αυτό που ανακινεί το συναίσθημα περισσότερο, αλλά αυτό που το κινεί με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Προς τα πάνω. Ό,τι λειτουργεί ενάντια σ’ αυτή την κίνηση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ομορφιά. Θα πρέπει να ξέρετε σ’ αυτό το σημείο πως όσο πιο βαθιά μπαίνετε σ’ αυτή τη σκοτεινή νεραϊδοχώρα, τόσο το Θαύμα θα μεταμορφώνεται σε φρίκη. Το Θαύμα που σας συντρόφευε στο φωτεινό βασίλειο, που απλωνόταν από τις απλές γητειές των λουλουδιών και των βουνών στη μεγαλόπρεπη ατμόσφαιρα που αγκαλιάζει την ψυχή. Αυτή η μαγεία κορυφώνεται στα δάση και διαλύεται καθώς γίνεται ένα με τους Παλαιούς Θεούς. Όμως, εδώ, η Γκούλβαϊγκ Χάιντ μας οδηγεί σαν άλλη Gwrach y Rhibyn: διακριτική και αιθέρια στην αρχή, μεταμορφώνεται σε τρομαχτική άρπυια, κι όποιος τη συνοδεύει, θα είναι τυχερός αν ξεφύγει με τα λογικά του.

Σαν τα νερά της γης, η μαγεία διαποτίζει και τις δύο χώρες. Η μία, καθαρή, φυσική μαγεία. Η άλλη, όχι τόσο διεφθαρμένη στην αρχή, δεν της λείπουν οι ακτίνες του ήλιου. Και στις δύο περιπτώσεις, είναι εν μέρει η αίσθηση βάθους των πραγμάτων που βλέπουμε ή ακούμε, ότι οι λέξεις του ποιήματος ή της ιστορίας σημαίνουν κάτι διαφορετικό από ότι προφέρεται. Ξανά στα νεραϊδόσπιτα.. στους πράσινους λοφίσκους που λιώνουν για να αποκαλύψουν το παλάτι των Αθανάτων. Στη Δώθε Νεραϊδοχώρα θα βρούμε ακριβώς αυτό:

Όμορφο είναι αυτό που αντικρίζεται. Αλλά πολύ πιο όμορφο, πιο μεγαλόπρεπο είναι αυτό που συμβολίζει αυτό που αντικρίζεται.”

Εκείνος ο μαγικός τόπος δεν έχει τίποτα που να μη σπινθιρίζει από αρχαία αλήθεια, και όλα τα δράματα που παίζονται είναι φύλλα απ’ το ημερολόγιο της ανθρώπινης ψυχής. Εξού και οι τόσες τραγωδίες, τα τόσα γυρίσματα της μοίρας, οι καταστροφές που ξεχειλίζουν από πράξεις που έγιναν ή δεν έγιναν. Όμως εδώ δεν υπάρχει τίποτα απ’ όλα αυτά. Εδώ η μοίρα είναι μοίρα, δεν είναι Κάρμα. Μπορεί να υπάρξει κάποιο ηθικό δίδαγμα ίσως, που όμως δε θα φέρει το βάρος του μεγαθηρίου της Τέχνης που ορθώνεται από πάνω του. Ή μια αλληγορία παθών, στερεμένη από βαθιές αλήθειες ή σκόπιμο εσωτερισμό.  Αυτές είναι οι καλύτερες ιστορίες που έχει να σας προσφέρει η Πέρα Νεραϊδοχώρα. Η Τζενεβίβ και η Μπελ Νταμ θα σας δείξουν τη διαφορά. Υπάρχει ένα κοινό μυστήριο και χρώμα, ίσως κι ένας παραλληλισμός. Όμως η πρώτη είναι απλός ήχος και ομορφιά που δε σημαίνει τίποτα. Η δεύτερη είναι μια εικόνα της μοίρας αυτού που παρασύρθηκε από το πάθος. Η μία από τις δύο ανήκει περισσότερο εδώ από την άλλη.

Θα θέλατε να μάθετε τι σας περιμένει όμως και στα απώτερα μέρη αυτής της μαγισσοχώρας? Ο Οίκος των Άσερ υψώνεται λιπόσαρκα δίπλα στη λίμνη για να ξαναπέσει πίσω με φρίκη. Είναι ένα μέρος Εκτός Τόπου και Χρόνου, στο οποίο φτάνει κανείς μόνο από δρόμους φυλαγμένους από έκπτωτους αγγέλους. Ειναι το σπίτι της φρίκης, του τρόμου και του θανάτου. Και φωσφορίζει μια ακόλαστη αχλή γύρω του.

Εδώ δεν περπάτησε και ο Δάντης, θα μου πείτε, όμως? Εδώ δεν περιπλανήθηκε ο Μίλτον? Όχι ακριβώς. Ακόμα κι αν περπάτησαν εδώ, πορεύτηκαν οπλισμένοι με πνευματική δύναμη. Έκαναν τις κολάσεις τους σκοτεινές, τρομερές και σεβάσμιες. Στο Μάλεμπολτζ και στο Πανδαιμόνιο υπάρχει μια στοιχειώδης σταθερότητα, μία διαδοχή αιτίας και αποτελέσματος. Υπάρχουν φρίκες, αλλά όχι χωρίς επιπτώσεις. Παίρνουν το μέρος τους σε ένα ορισμένο σχέδιο των πραγμάτων. Και ο Μίλτον και ο Δάντης κράδασαν περήφανα την ανυπέρβλητη ποιότητα του ύφους, του Υψηλού Τρόπου, με τέτοιο τρόπο που σε μια απλή, ρυθμική παρέλαση των στίχων τους, ζωντανεύουν οι Ήρωες. Ο Δάντης είχε τον οδηγό και μέντορά του μαζί του  και καθώς πορευόταν ανάμεσα στα θαύματα και τις φρίκες της κόλασης, ήταν αυτός ο ίδιος το πιο απόμακρο και θαυμάσιο πράγμα από όλα. Αλώβητος πέρασε στη συνάντηση με τη Βεατρίκη του και περπάτησε μαζί της στον Έμπυρο Ουρανό, όσο μεγαλόπρεπα είχε περπατήσει με το Βιργίλιο στην κόλαση. Και ο Μίλτον όμως με όλους του τους περιορισμούς, ποτέ δεν αναζητά την ομορφιά, μα πάντα τη δικαιοσύνη. Το μόνο λάθος του είναι ότι δεν είδε ποτέ τη μυστική ένωση των δύο.

Λένε πως αυτό είναι το σημάδι των Ποιητών και όλων των ταξιδευτών της Πέρα Νεραϊδοχώρας. Όσοι τους δουν “θα φωνάξουν Προσέξτε! Προσέξτε! Το λαμπύρισμα στα μάτια τους! Τα ανάκατα μαλλιά τους!” Και όταν η Μούσα φύγει? Όταν η ταραγμένη, σκοτεινή δόξα περάσει μπροστά απ’ τα μάτια τους? Όταν οι καρποί από τη Νεκρή Θάλασσα αυτής της χώρας ξεραθούν και δεν υπάρχει τίποτα πια να τους θρέψει παρά στάχτες και αποκαΐδια?

Ω! Καημένοι Ποιητές, παιδιά αγαπημένα της Σελήνης! Ήταν οι παπαρούνες, τα βαθιά ρόδα, οι μύκητες του Γιογγόθ και τα κατάλευκα κρινάκια.. ήταν η άγρια ψυχεδέλεια του μυαλού που τους ενέπνευσε. Αυτά είναι τελικά οι πραγματικοί θεοί-δημιουργοί αυτού του τόπου..

Κάποια μέρα ίσως γίνουμε πιο σοφοί…

The Dark Fae

Share