Οι Δυο Νεραϊδοχώρες (Μέρος Ι)
Καθώς συνεχίζετε το δρόμο σας, με τα πόδια ή στην πλάτη μιας ονειροπαρμένης στρουθοκάμηλου ή ίσως μέσα σ’ ένα ζευγάρι κόκκινα γοβάκια (και τα αγοράκια, ναι!), θα συνεχίσετε να νιώθετε το φως του ήλιου και τη δύναμη του αέρα. Αλλά και πάλι, μπορεί να είναι η ζεστή, οικεία, γκρίζα χροιά μιας συννεφάδας ή η γλύκα της καλοκαιρινής βροχής. Ό,τι κι αν διαλέξετε, θα το νιώσετε να σας χαϊδεύει το πρόσωπο και με μια βαθιά ανάσα θα κλείσετε στα πνευμόνια σας ολόκληρη τη νοτισμένη Γη.
Όπως και όλα τα άλλα σ’ αυτή τη Νεραϊδοχώρα, κι αυτή είναι αληθινή. Και σ’ αυτή την περίπτωση, η ομορφιά της αλήθειας της είναι φρικτή. Γιατί μη νομίζετε ότι επειδή είστε σε μια Νεραϊδοχώρα, δεν παίζονται τραγωδίες εδώ: υπάρχουν τόσες όσες και στον πραγματικό κόσμο σας. Υπάρχουν χίλιοι περιπλανητές στις βαθιές κοιλάδες και στα απάτητα βουνά, ο καθένας κουβαλάει το δικό του Δαχτυλίδι και ο καθένας τους μπορεί να σας παρασύρει μακριά από το σπιτίσιο σας ηλιόφως και τη βροχούλα της γιαγιάς. Αν είσαστε προσεκτικοί, μπορεί και να δείτε την επιγραφή στο φόντο του ουρανού – όχι πολύ ψηλά – να φεγγίζει αιθέρια γραμμένη με πυγολαμπίδες καλλιγραφικές: «Μην κοιτάξεις πίσω, γιατί θα χαθείς».
Εκατό χιλιόμετρα πιο κάτω (οι αποστάσεις μετριούνται διαφορετικά εδώ, γι’ αυτό μην τρομάξετε – παράδειγμα, ένα μίλι ισούται με ένα μικρό λιβάδι με μαργαρίτες και 2/3 ονειρικού εκατοστού), ο δρόμος σας περνάει μέσα από ανεμοδαρμένα χωράφια με σιτάρι και κριθάρι. Θα γυρίσει λίγο δεξιά κι αριστερά, σαν κορμί που αναστατώνεται λιγάκι με το χάδι του πρωινού, στριφογυρίζει λάγνα στις ζεστές κουβέρτες του και ξαναμπαίνει στο όνειρο φιλώντας το Μορφέα απαλά στα χείλη. Θα σας βγάλει τελικά στο νησάκι στη μέση του ποταμού, στον πάτο του οποίου απλώνει η Λορελάι τα σαγηνευτικά πλοκάμια της. Κι όσο τα απλώνει και τα συστρέφει με χάρη μαγική, και βρίσκει πρόστυχη ευχαρίστηση στις εικόνες που δημιουργεί, θα παρατηρήσετε ότι ο ήλιος ακόμα λάμπει πάνω απ’ το κεφάλι σας. Αλλά μετά, όταν εκείνη θα έχει γυρίσει προς εσάς και η κατάρα θα έχει πέσει πάνω της, ο ουρανός θα χαμηλώσει λιγάκι και θα αρχίσει μια μολυβένια βροχή. Με την παρουσία του ήλιου και του φεγγαριού και του αέρα και της βροχής και με το άρωμα της βρεγμένης γης και το υγρό τραγούδι της Λορελάι, θα ξέρετε σίγουρα ότι βρίσκεστε στην Δώθε Νεραϊδοχώρα και πως τα πάντα πάνω σας και μέσα σας είναι αληθινά.
∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼
Αν είναι η ιστορία της Λορελάι αληθινή?
Μα φυσικά και είναι! Ένα εκατομμύριο εκατομμύρια φορές αληθινή! Ακόμα μια τραγωδία.
Η Νεραϊδοχώρα είναι γεμάτη τραγωδίες.
∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼•∼
Και πόσο μεγάλη τραγωδία είναι κι αυτή η σκηνή, στ’ αλήθεια: η καημένη η Τιτάνια να ερωτευτεί το γάιδαρο! Γιατί, να ξέρετε, αν ξεστρατίσετε πολύ μακριά, θα συναντήσετε τον Όμπερον και την κουστωδία του. Ίσως δείτε και την Κοκκινοσκουφίτσα που είναι στην πραγματικότητα ο Κακός Λύκος που φορά την κόκκινη κάπα του (τι άλλο να φορέσει κανείς στη Νεραϊδοχώρα?). Όπως είπαμε, τα πάντα εδώ είναι τρομακτικά αληθινά και ο σοφός και ο τρελός έχουν τις ίδιες πιθανότητες να βρεθούν σ’ αυτό το μέρος από μόνοι τους. Αν χάσετε το δρόμο σας εδώ, κανένα καπέλο δεν είναι αρκετά μαγικό ώστε να σας βοηθήσει να παραμείνετε αξιοσέβαστος: ένας σκανταλιάρης άνεμος θα σας το πάρει μακριά και θα βρεθείτε με το πραγματικό σας κεφάλι εκτεθειμένο – είτε είναι ένα όμορφο κεφάλι με χρυσό στέμμα είτε είναι κεφάλι γαϊδουριού. Ή μπορεί να βρεθείτε με ένα φθαρμένο κράνος ή με ένα στεφάνι από δάφνες ή με κέρατα και οπλές τράγου.
∼ Δεν μπορεί κανείς να φορέσει άλλα χρώματα εκτός απ’ τα δικά του στη Δώθε Νεραϊδοχώρα ∼
Υπάρχουν αμέτρητες επαρχίες εδώ και αμέτρητοι είναι και οι κυβερνήτες τους – αλλά ήλιο και φεγγάρι και αέρα και βροχή θα βρείτε σε όλες ανεξαιρέτως. Όπως και τον Περσέα και το Θησέα και τον Ηρακλή. Το Ρολάνδο και το βασιλιά Αρθούρο με τους ιππότες του. Το Φρόντο και τον Κόρουμ να αλληλοκοιτάζονται αφ’ υψηλού. Ο Πίτερ Παν θα φτερουγίζει γύρω απ’ την Αλίκη και πιο κάτω θα δείτε το Μάγο του Οζ να κουτσομπολεύει με τον Γκάνταλφ για το νέο καπέλο του Μέρλιν. Δυο λιβάδια πιο κει και δυο βράχους πιο πάνω, στη μαγική Αρκαδία όπως λέγεται αυτή η επαρχία, ο Λόκι και ο Πάνας έχουν κλειδώσει τα λοξά τους μάτια πονηρά πάνω σε μια πουλάδα που έχει χρώμα μωβ, και μέσα στα ψυχεδελικά μυαλά τους έχουν καταστρέψει τρεις κόσμους και έχουν δημιουργήσει άλλους τόσους, μέσα σε ένα ιδρωμένο, ομιχλώδες όργιο. Να κι ο Οδυσσέας εδώ, που πρέπει πάλι απ’ την αρχή να βρει τρόπο να ξεφύγει απ’ το νησί της Καλυψώς. Νάτος κι ο Όντιν που ξαναμπαίνει θριαμβευτικά στα παλάτια των Γιγάντων για να πάρει το πολύτιμο υδρομέλι του – πόσο γερασμένος φαίνεται! Μα ποιά είναι αυτή η μαυρομαλλούσα που κρατάει τσεκούρι και κυνηγάει ιππόγρυπες καβάλα σ’ ένα λύκο? Μοιάζει με τη Σκάντι μάλλον, γιατί αν παρατηρήσετε προσεκτικά, θα δείτε το ρουνικό μαστίγιο που κρέμεται στο γυμνό γοφό της. Ο Έλρικ τσουλάει ερωτευμένος με την Καταιγίδα πάνω σ’ ένα βαρκάκι στη μέση του ποταμού ενώ τους προσπερνάει αδιάφορα μια σχεδία με ένα ετερόκλητο πλήθος από νάνους, ξωτικά και χόμπιτ.
Και είναι όλα αληθινά,
αληθινά,
ΑΛΗΘΙΝΑ!
Αρκετά ειπώθηκαν για τη Δώθε Νεραϊδοχώρα, όπως την ονομάσαμε. Υπάρχει όμως και η Πέρα Νεραϊδοχώρα, και ο χαρακτήρας της και οι κάτοικοί της είναι εντελώς, μα εντελώς διαφορετικοί…