Νεράιδες και Ξωτικά: Περπατούν ανάμεσά μας?
Σηκώθηκε, ακόμα στη γλυκιά ζάλη του ύπνου και προχώρησε μέσα στο νερό. Ο ήλιος είχε αρχίσει να πέφτει και ήταν μεγάλη απόλαυση για κείνη να βλέπει το φως να χάνεται και τις σκιές να μακραίνουν. Ένα αεράκι κούνησε τις κουρτίνες της ιτιάς που ακουμπούσαν στο ποτάμι, της ιτιάς που ήταν το σπίτι της νεράιδας και η κίνηση του δέντρου αντανακλούσε τη διάθεσή της: χαρούμενη και νωχελική. Τότε ήταν που παρατήρησε, στην όχθη του ποταμού μια σειρά από μανιτάρια, που όσο έπεφτε το σκοτάδι έμοιαζαν να φωτίζουν, μια γαλάζια λάμψη να βγαίνει από την επιφάνειά τους, που δονούταν και τρεμόπαιζε στο λυκόφως.
Το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά και η Áinfae είχε μπει βαθιά μέσ’ το δάσος, μακριά από το δέντρο της και το ποτάμι, χωρίς να το έχει αντιληφθεί. Κάποια στιγμή κι ενώ η περιέργειά της είχε φτάσει στα ύψη, φωτίστηκε ένα μανιτάρι πιο μεγάλο και όλα τα άλλα έσβησαν. Καθώς το περιεργαζόταν, το μανιτάρι άρχισε να στροβιλίζεται, ολοένα και πιο γρήγορα ώσπου, μπροστά στο έκπληκτο βλέμα της νεράιδας, έγινε μια μπάλα από γαλάζιο φως. Ξαφνικά, η φωτεινή σφαίρα έσκασε και εκεί που βρισκόταν, στεκόταν τώρα ένα μικροσκοπικό πλάσμα, που θύμιζε καλικάτζαρο, φορώντας στο κεφάλι του ένα καπέλο φτιαγμένο από το πάνω μέρος ενός μανιταριού.
Της έκανε νόημα να καθίσει σε ένα μικρό βράχο. Ο ίδιος πήδηξε στο χαμηλό κλαδί του διπλανού δέντρου, οπότε τώρα ήταν στο ύψος του ώμου της. “Τώρα μπορούμε να μιλήσουμε στα ίσα!” είπε. Η Áinfae ένευσε αλλά δεν ήξερε τι να πει στη συνέχεια. Το πνεύμα διάβασε τις σκέψεις της. Αφού την κοίταξε για μερικές στιγμές, είπε “Τι έγινε? Έχασες τα λόγια σου? Τι θα γίνει με όλες αυτές τις ερωτήσεις που θέλεις να μου κάνεις?” Εκείνη, συνεχίζοντας να παίζει αμήχανα με τις μπούκλες της, είπε “Κύριε Πνεύμα, υπάρχει μια ερώτηση που θέλω να σου κάνω πρώτη από όλες”. “Για πες. Α! Και μπορείς να με λες Sveppir”. “Χα, τι αστείο όνομα! Γιατί σε φωνάζουν έτσι?” “Μα, γιατί είμαι το πνεύμα του μανιταριού φυσικά!”. Η Áinfae ένευσε με κατανόηση, αν και δεν κατάλαβε ακριβώς τι εννοούσε ο Sveppir.
Εκείνος συνέχισε, “Όλα μέσα στο δάσος είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους και ό,τι βλέπεις στην επιφάνεια έχει τις ρίζες του βαθιά μέσα στη γη. Εκεί απλώνεται ένας ιστός, που μεταφέρει και αποθηκεύει τον ψίθυρο των δέντρων, τις μουσικές του ποταμού και τις φωνές όλων των πλασμάτων. Τα μανιτάρια που βλέπεις, αυτά που σε έφεραν ως εδώ είναι μόνο η εξωτερική εκδήλωση αυτού του ιστού, που ενώνει και αντηχεί όλο το ζωντανό δάσος.
Η Áinfae έμεινε σκεπτική για αρκετές στιγμές. Όλα όσα είπε ο Sveppir της ακούγονταν πολύ οικεία, σα να τα ήξερε κάποτε μα τα είχε ξεχάσει. Κοίταξε εξεταστικά το μικρό πνεύμα που στεκόταν μπροστά στο πρόσωπό της και είπε προσεκτικά “Θέλω να δω κι άλλους σαν εσένα”. Το βαθύ βλέμμα του Sveppir την έκανε να αναθεωρήσει για μια στιγμή. Τελικά, το πνεύμα είπε: “Περίμενε μια στιγμή. Α! και κλείσε τα μάτια σου.” Εκείνη υπάκουσε με ενθουσιασμό και ένιωσε μια ελαφριά, αρωματισμένη αύρα να της χαϊδεύει το πρόσωπο. Άκουσε τη φωνή του Sveppir να λέει “Εντάξει, άνοιξέ τα τώρα και κοίτα εκείνο το πεύκο απέναντι.” Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε, βλεφάρισε και κοίταξε πάλι. “Πού είμαι?!” ρώτησε μπερδεμένη.
Μπορούσε να δει το περίγραμμα του μεγάλου δέντρου, με τα τεράστια κλαδιά και τις μυτερές βελόνες, όμως τίποτα άλλο δεν ήταν το ίδιο. Πριν, στη σκοτεινιά, το ξύλο φαινόταν σκούρο και μουντό. Τώρα, έσφυζε από φως και χρώματα, που πάλλονταν και κυλούσαν γύρω από τον κορμό και μέσα στη φυλλωσιά και το ίδιο το δέντρο ήταν τόσο ζωντανό και φωτεινό, που έμοιαζε έτοιμο να έρθει κοντά της. “Τι το κάνει να λάμπει έτσι?” “Όλοι έχουμε φως μέσα μας, οι άνθρωποι, τα δέντρα, τα ζώα, τα φυτά. Αυτό το πεύκο σου δείχνει το δικό του. Δεν είναι όλα τόσο όμορφα, ούτε τόσο φωτεινά. Κι εσύ, σαν πνεύμα του δέντρου, δεν θα ήσουν τόσο όμορφη και χαριτωμένη αν το δέντρο σου δεν ήταν υγιές και ευτυχισμένο. Το ίδιο κι αυτό το πεύκο.”
Η Áinfae κοίταζε ακόμα με θαυμασμό το μαγικό χορό του πεύκου, όταν σιγά σιγά άρχισε να σβήνει και άκουσε τη φωνή του Sveppir “Ήρθε η ώρα να επιστρέψω εγώ στο μανιτάρι μου κι εσύ στο δέντρο σου, μικρή μου.” “Θα ήθελα να δω όλο το δάσος όπως είδα αυτό το δέντρο” είπε εκείνη με ανυπομονησία. “Είδες αρκετά για σήμερα. Αν όμως το θέλεις πραγματικά, οι δρόμοι μας ίσως ξανασυναντηθούν”. Χάθηκε, όπως είχε εμφανιστεί, μέσα σε μια δίνη από γαλάζιο φως. Εκείνη, άρχισε να περπατάει μηχανικά, ακολουθώντας το φωτεινό μονοπάτι, καθώς τα μανιτάρια άναβαν για να της δείξουν το δρόμο.
Όλοι ξέρουν πως υπάρχει κάτι μαγικό μέσα στο δάσος. Νεράιδες, νύμφες, ξωτικά, ναϊάδες, φαύνοι, πνεύματα. Υπάρχουν? Τι είναι ακριβώς? Με τι μοιάζουν? Πού ζουν? Κανείς δεν ξέρει ακριβώς πότε ξεκίνησε η πίστη σ’ αυτα τα αιθερικά πλάσματα. Υπάρχουν πάνω από 1000 είδη στους θρύλους και τους μύθους σε όλο τον κόσμο, καθώς κάθε κουλτούρα έχει καποιας μορφής ξωτική φυλή, είτε είναι καλοπροαίρετα πνεύματα είτε είναι κατεργάρηδες που προκαλούν ζημιές.
Γενικά, τα ξωτικά είναι έντονα συνδεδεμένα με τη Φύση και λέγεται ότι προϋπάρχουν της ανθρώπινης φυλής. Μπορεί να είναι προστάτες της φύσης ή εκδηλώσεις του στοιχειακού κόσμου ή του κύκλου των εποχών. Σε κάποιους θρύλους σχετίζονται ακόμα και με τα όνειρα (στα γερμανικά η λέξη για τον εφιάλτη είναι albtraum που σημαίνει όνειρο του ξωτικού). Η ποικιλία της εξωτερικής τους εμφάνισης και των ονομάτων που τους έχουν δοθεί αντανακλούν την προσπάθεια του ανθρώπου να επεξηγήσει ενέργειες που είναι αδύνατον να κατηγοριοποιήσει ή να κατανοήσει.
Στις βορειοευρωπαϊκές μυθολογίες, το ξωτικό ονομάζεται alf που σημαίνει ποτάμι ή κανάλι. Σε ένα επίπεδο, το ξωτικό είναι η εξελισσόμενη ψυχή μέσα από την οποία διοχετεύεται η θεϊκή ενέργεια που ρέει μέσα σε όλες τις φυσικές και υλικές εκδηλώσεις του κόσμου. Έτσι, το ξωτικό είναι το κανάλι μέσα απ’ το οποίο περνάει η θεϊκή επιρροή στον υλικό κόσμο, η σύνδεση του ανθρώπου με το θεό.
Μπορούν να έρθουν σε μας και να ανακατευτούν μέσα στις κοινωνίες μας. Μπορούν να μας γεννήσουν παιδιά. Αλλά τέτοια παιδιά δεν ανήκουν σ’ αυτά, ανήκουν σε μας. Μπορούμε να φέρουμε αυτές τις στοιχειακές νύφες σε μας με την πίστη μας, με αγνή σκεψη και τις δυνάμεις οραματισμού μας. Όταν εισέρχονται στη σφαίρα ύπαρξής μας και ζευγαρώνουν μαζί μας, μοιάζουν, με τους παράξενους τρόπους τους, σαν θεοί.