Ο Μαγεμένος Κήπος
Μέσα στα στενά όρια του μυαλού, έχουν δοθεί μερικές από τις πιο σκληρές μάχες για την ελευθερία της Ψυχής.
Ήταν ένας μαγεμένος κήπος. Οι εποχές έλειπαν σε διακοπές, κι έτσι τα τριαντάφυλλα άνθιζαν και οι κρόκοι και τα κρίνα έστρωναν ένα χρωματιστό χαλί στο έδαφος. Μια στο τόσο ένα ανθισμένο δέντρο έβαζε κι αυτό την πινελιά του στον πολύχρωμο καμβά και χάριζε την πιτσιλωτή σκιά του στις όχθες που ήταν καλυμμένες με βρύα. Η βαθύτερη σκιά όμως ερχόταν από τις βελανιδιές με τα μεγάλα τους κλωνάρια και τα πανύψηλα πεύκα έκαναν τον αέρα να μοιάζει σαν αρωματισμένος. Στην καρδιά όλης αυτής της ομορφιάς, βρισκόταν μία λιμνούλα, γαλάζια σαν τον ουρανό, που έπιανε την αντανάκλαση του ήλιου το μεσημέρι και λαμπύριζε με τ’ αστέρια τη νύχτα, σα να ‘τανε σπαρμένη με πολύτιμα πετράδια.
Όμως, όλη η ομορφιά, η γοητεία των φώτων που τρεμόπαιζαν, το ζεστό άρωμα από χίλια ανθισμένα λουλούδια δεν ήταν παρά μία μόνο πτυχή εκείνου του μαγεμένου τόπου. Πέρα από το πιο μακρινό πεύκο, βρίσκονταν λαβύρινθοι από σκοτεινούς, χαμηλούς θάμνους. Μελαγχολικά πουρνάρια διέχεαν μια διαρκή κατάθλιψη στην ατμόσφαιρα και πουλιά της νύχτας γέμιζαν τον αέρα με τις στοιχειωμένες κραυγές τους όπως πετούσαν πάνω από τις ελώδεις λίμνες σα βασανισμένες ψυχές –με φόβο μη και τα πιάσουν και τα τραβήξουν κάτω από τη γλοιώδη επιφάνεια στα μαύρα, άμετρα βάθη.
Μέσα στο λαβύρινθο αυτών των φαινομενικά αντίθετων κόσμων, ένας νέος περιπλανιόταν, χωρίς σκοπό. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πώς ή πότε είχε φτάσει εκεί. Σε σπάνιες στιγμές, η βαριά κουρτίνα της λησμονιάς φαινόταν να τραβιέται λίγο αλλά πριν καταφέρει να την ανοίξει τελείως, όλα γίνονταν και πάλι σκοτεινά και δεν μπορούσε να προκαλέσει κανένα άνοιγμα για να περάσει το φως της μνήμης. Υπήρχε κάτι μέσα του που τον καλούσε στις πιο σκοτεινές γωνιές του κήπου και πολλές φορές, ασυναίσθητα, τα πόδια του τον πήγαιναν σε μονοπάτια που οδηγούσαν στα μπερδεμένα βάθη του. Αλλά υπήρχε κάτι ακόμα πιο δυνατό που τον τραβούσε πίσω και κάποιες φορές ήταν σα να ξυπνούσε από κακό όνειρο και ανακάλυπτε ότι βρισκόταν κάτω από τα μεγάλα πεύκα ανασαίνοντας αχόρταγα τον καθαρό αέρα γύρω του.
Πολλά από τα λουλούδια του κήπου είχαν αυτή την ίδια αίσθηση της γιατρειάς. Υπήρχαν όμως κι άλλα, των οποίων το μεθυστικό άρωμα ήταν σα ναρκωτικό και βρισκόταν υπνωτισμένος κάτω από το ξόρκι τους, σε μια κατάσταση ευφορίας που του κοίμιζε την επιθυμία να θυμηθεί. Το μέρος που αγαπούσε περισσότερο ήταν η λίμνη, όπως ήταν στεφανωμένη από λουλούδια, γιατί εκεί η σκοτεινή κουρτίνα γινόταν τόσο πιο λεπτή. Μερικές φορές, καθώς χάζευε την αντανάκλαση απ’ το φως του ήλιου, σκεφτόταν πως ίσως το ξόρκι ήταν έτοιμο να σπάσει. Ακόμα και τη νύχτα, τα αστέρια έμοιαζαν να πέφτουν στη γη και να ψιθυρίζουν το μυστικό που θα τον απελευθέρωνε, όμως για κάποιο λόγο το μήνυμά τους δεν έφτανε στ’ αυτιά του.
Υπήρχε κάτι ελκυστικό στην παρουσία του – ένας υπαινιγμός μιας κοιμισμένης δύναμης που έτσι και ξυπνούσε θα μπορούσε να τον οδηγήσει σε μεγάλα κατορθώματα. Όμως, ταυτόχρονα υπήρχε και μια ανεξήγητη οργή στην έκφρασή του που αμαύρωνε τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του. Αυτό ήταν το κλειδί για τις γρήγορες αλλαγές στη διάθεσή του και δεν υπήρχε αμφιβολία πως η κοιμισμένη δύναμη μέσα του καλό θα ήταν να μην ξυπνήσει πριν καταφέρει να ισορροπήσει τη φύση του.
Μια μέρα, ενώ στεκόταν δίπλα στη λίμνη, άρχισε να νιώθει τα βλέφαρά του βαριά καθώς κοιτούσε το ξωτικό λίκνισμα μιας λιβελούλας. Στρέφοντας το βλέμμα του, έψαξε τη σκιά ενός κοντινού δέντρου και ξαπλώνοντας από κάτω, έκλεισε τα μάτια. Ο ήχος βημάτων που πλησίαζαν τον έφερε γρήγορα σε κατάσταση συναγερμού και σηκώθηκε όρθιος για ν’ αντικρίσει.. ένα γέρο άντρα να στέκεται ακριβώς μπροστά του και να τον κοιτάζει με ένταση.
«Με θυμάσαι?», ρώτησε ο ηλικιωμένος. Ο νέος κοίταξε με ελπίδα για μια στιγμή, όμως μια σκιά πέρασε απ’ το πρόσωπό του και, σχεδόν με αγένεια, απάντησε «Ακόμα κι αν σε θυμάμαι, τι δικαίωμα σου δίνει αυτό να με ενοχλείς? Όχι, δε σε θυμάμαι».
«Μη βιάζεσαι». Ο γέρος άπλωσε το χέρι του για να προλάβει την όποια αντίρρηση πήγε να φέρει ο νεαρός. «Με έχουν στείλει εδώ με ένα μήνυμα,» συνέχισε, «και έχω μαζί μου κάτι που θα κεντρίσει το ενδιαφέρον σου».
«Ένα μήνυμα? Από ποιόν?» Η περιέργειά του είχε αναμιχθεί με τη δυσπιστία του για τον ξένο.
«Έχεις πράγματι ξεχάσει για να με ρωτάς κάτι τέτοιο! Στ’ αλήθεια, δεν ξέρεις τίποτα απολύτως για το παρελθόν σου?»
«Το παρελθόν μου! Και τι μ’ αυτό? Ποιος σε έστειλε εδώ και τι είναι αυτό που φέρνεις που θα μου φανεί τόσο ενδιαφέρον?»
Ο γέρος στεκόταν, σα να ήταν χαμένος στις σκέψεις του και σιγά σιγά το βλέμμα του ήρθε κι έπεσε πάνω στα μάτια του νέου. Ήταν μόνο για μια στιγμή, όμως το ξόρκι του κήπου που τον είχε δέσει, άρχισε να αποδυναμώνεται πάρα πολύ και ο νέος τινάχτηκε πάνω. Τότε, το ίδιο γρήγορα, το πέπλο ξανάπεσε και έμεινε εκεί, να στέκεται μπερδεμένος.
«Τι συνέβη?» ρώτησε, ο τόνος του άλλαξε τώρα, σα να παρακαλούσε. «Νόμιζα πως για μια στιγμή σε αναγνώρισα και θυμήθηκα ποιος σε έστειλε εδώ!» Τώρα άρχισε να εκνευρίζεται, και πρόσθεσε «Θα μπορούσες να με κάνεις να θυμηθώ, αν ήθελες. Γιατί δε με βοηθάς?»
Ο γέρος ξεφύσησε. «Πρέπει να κάνεις υπομονή,» τον επέπληξε. «Αν ο κήπος έχει κάνει τόσο καλή δουλειά σε σένα, τότε θα πρέπει να του επιβληθείς πριν καταφέρεις να θυμηθείς. Και πρέπει να θέλεις να γνωρίσεις τον εαυτό σου, αν είναι να το κάνεις αυτό. Μπορώ να σου πω λίγα πράγματα για το παρελθόν σου, αλλά δε μπορώ να σου πω ποιος είσαι. Έχω εδώ κάτι που θα σε βοηθήσει, αλλά πρώτα πρέπει να ακούσεις αυτά τα λίγα που μου επιτρέπεται να πω».
«Ο πατέρας σου ήταν ένας βασιλιάς που κυβερνούσε μια όμορφη χώρα. Υπήρχαν κάποιοι που ήταν εχθροί του – και δικοί σου – που μηχανορραφούσαν για να του πάρουν την εξουσία και η πρώτη τους κίνηση εναντίον του ήταν να κάνουν εσένα να ξεχάσεις. Δε θυμάσαι καν πόσο καιρό είσαι εδώ πέρα, έτσι? Αχ! Είναι πολύς καιρός τώρα και ο πατέρας σου είναι πια νεκρός. Όταν κατάλαβε ότι θα έφευγε, με κάλεσε κοντά του και μου έδωσε τέσσερα πολύτιμα πετράδια για να τα έχω στη φύλαξή μου. “Ο γιος μου θα γυρίσει πίσω μια μέρα και θα κυβερνήσει σε τούτη τη γη”, είπε, “αλλά, πρώτα πρέπει να απελευθερωθεί από τους εχθρούς του. Πάρε αυτά τα πετράδια και κράτα τα για κείνον – αν χρησιμοποιηθούν σοφά, θα τον ελευθερώσουν απ’ το ξόρκι του κήπου”».
Μ’ αυτά τα λόγια, ο γέρος έβγαλε ένα δερμάτινο σακούλι από την τσέπη του και από μέσα έβγαλε ένα πακέτο, τυλιγμένο σε βελούδο, το οποίο άπλωσε μπροστά στα έκπληκτα μάτια του συνομιλητή του. Ήταν τέσσερα τέλεια πετράδια, ασυνήθιστα μεγάλα. Το ένα ήταν ρουμπίνι και έλαμπε με μια καρδιά από φωτιά. Το άλλο ήταν σμαράγδι, ψυχρό και με ένα βάθος στο χρώμα που του έφερε στο μυαλό πυκνά δάση. Το τρίτο ήταν ένα ζαφείρι, τόσο μπλε όπως ο νυχτερινός ουρανός. Και το τελευταίο ήταν ένα διαμάντι που σπινθηροβολούσε με τις αποχρώσεις όλων των υπόλοιπων πετραδιών.
Ο νέος τα κοίταζε σα να φοβόταν πως θα εξαφανιστούν. Καθώς τα παρατηρούσε, τα λαμπερά τους χρώματα φάνηκαν να ενώνονται και αδιόρατα η μνήμη άρχισε να παίρνει μορφή. Όμως, ενώ τα κοίταζε ακόμα, η εικόνα ξεθώριασε και τα ίδια τα πετράδια δεν ήταν πια ορατά. Τρομοκρατημένος, γύρισε προς το γέρο για να τον δει να χαμογελάει καθησυχαστικά. Τότε, η παλιά, κακή συνήθεια της γρήγορης, παράλογης οργής τον πλημμύρισε. Ο νέος προσπάθησε να την πολεμήσει και ο γέρος τον άγγιξε στον ώμο ενθαρρυντικά.
«Τι συνέβη?», ρώτησε ικετευτικά. «Τα πετράδια δεν χάθηκαν. Θα είναι δικά σου, μόλις ελευθερώσεις τον εαυτό σου, αλλά δεν θα τα ξαναδείς μέχρι να έχεις κερδίσει αυτό το δικαίωμα. Αυτή η σύντομη ματιά σου δόθηκε με την ελπίδα ότι θα ανακινήσει τη μνήμη σου και θα ξυπνήσει την επιθυμία σου να τα αποκτήσεις. Γιατί, όταν θα έχεις κερδίσει αυτά τα πετράδια, θα έχεις κερδίσει πίσω και τη μνήμη σου και το βασίλειό σου».
«Τι πρέπει να κάνω?»
«Δε μπορώ να σου πω και πολλά. Όλα εξαρτώνται από τη δική σου δύναμη της θέλησης, αλλά έχεις ήδη κάνει μια αρχή με το να προσπαθήσεις να μετριάσεις το θυμό σου. Θυμήσου αυτό: το Ρουμπίνι κρατάει στη φλογερή καρδιά του τη φιλανθρωπία, την αξιοπρέπεια και τις θεϊκές δυνάμεις. Αντιπροσωπεύει το ίδιο όμως και τα ανυπότακτα πάθη σου – καυτό θυμό, ανυπομονησία και τον ευέξαπτο χαρακτήρα σου που ήταν η κατάρα σου από τότε που ήσουν παιδί. Το Σμαράγδι έχει το ίδιο το χρώμα της Φύσης. Άφθαρτο, υπερνικά τις αμαρτίες και τις δοκιμασίες. Πράσινο όμως είναι και το χρώμα της ζήλειας. Φρόντισε αυτός ο άθλιος πειρασμός να μην έχει ποτέ δύναμη επάνω σου. Το Ζαφείρι σχετίζεται με τη σταθερότητα, την αλήθεια, την αρετή. Πρόσεχε όμως, γιατί αντί αυτών, μπορεί να κερδίσεις ψεύτικη υπερηφάνεια και αυτάρεσκο εφησυχασμό. Το Διαμάντι είναι το επιστέγασμα όλων: σύμβολο αγνότητας και ως τέτοιο έχει τη δύναμη να διατηρεί την ειρήνη και να αποτρέπει θύελλες. Η αγνή, λευκή φλόγα του κρατάει μέσα στην καρδιά της σπίθες από όλα τα άλλα πετράδια και όταν θα έχεις κάνει τα άλλα δικά σου, το Διαμάντι θα έρθει σε σένα με το δικαίωμα της κατάκτησης.
Είθε να έχεις πάντα θάρρος και υψηλό σκοπό, γιε μου. Και όταν ο δρόμος γίνει σκοτεινός, γιατί θα συναντήσεις πολλή σκοτεινιά στο δρόμο σου, προσπάθησε με πίστη να θυμάσαι το Διαμάντι, όπως το είδες σήμερα και εκείνο θα φωτίσει το δρόμο σου και θα σε οδηγήσει». Με αυτά τα λόγια, ο γέροντας γύρισε και έφυγε.
Φάνηκε στο νεαρό άντρα πως μια ζάλη και μια σύγχυση μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά τον τύλιξε. Ξαφνικά ένιωθε τρομακτικά μόνος. Κοίταξε ψηλά και είδε ότι ο ήλιος ήταν ακριβώς πάνω απ’ το κεφάλι του. Αυτή ήταν η ώρα που αγαπούσε πιο πολύ να κάθεται δίπλα στη λίμνη κι εκεί πήγε τώρα, σα να επισκεπτόταν έναν παλιό φίλο. Παρατηρώντας την ήρεμη επιφάνεια, η ζάλη του πέρασε. Σκέφτηκε τα πετράδια, και η ανάμνηση πραγμάτων από καιρό ξεχασμένων άρχισε να έρχεται ολοένα και πιο κοντά, αγγίζοντας το μυαλό του με απαλά δάχτυλα, χωρίς ποτέ να στέκεται αρκετά ώστε να μπορέσει εκείνος να γραπώσει τα δάχτυλα και να τα τραβήξει στη επιφάνεια του μυαλού του. Η εμπειρία αυτή του έδωσε κουράγιο όμως, και αισθάνθηκε πως τα δροσερά νερά της λίμνης και το χρυσό φως του ήλιου κρατούσαν ένα μέρος της λύσης στο πρόβλημά του.
Καθώς κοιτούσε τον κήπο, το αίσθημα της ασφάλειας που είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή, ξαφνικά χάθηκε και ένα κύμα φόβου τον κατέκλυσε: ήταν σα να μην είχε ξαναδεί ποτέ αυτό το μέρος ή είχε πιαστεί στα γρανάζια ενός τρομερού εφιάλτη. Ποτέ πριν δεν είχε δει τα πράγματα που έβλεπε γύρω του, όπως τα έβλεπε τώρα. Ακόμα και στις περιπλανήσεις του στα σκοτεινά και πιο απεχθή μέρη του κήπου δεν είχε νιώσει ποτέ τέτοια απογοήτευση.
Εκεί, έβλεπε τα πράγματα όπως ήταν, και μια εσωτερική πηγή δύναμης πάντα τον έσωζε από το να πέσει στους σιχαμένους βάλτους. Αλλά, εδώ, υπήρχαν όλα τα όμορφα λουλούδια και πάντα σκεφτόταν πως αυτή η ομορφιά ανταγωνιζόταν το ίδιο το φως του ήλιου. Τώρα όμως, θυμόταν το ύπουλο δέλεαρ ενός γιγάντιου κρίνου και τα βαριά αρώματα πολλών άλλων φυτών: πίσω απ’ αυτά κρυβόταν σίγουρα κάτι πολύ κακό. Όπως στεκόταν δίπλα στη λίμνη, σαν ένα πέπλο να είχε σκιστεί μπροστά απ’ τα μάτια του και είδε πως ο κήπος έβριθε από ένα πλήθος τρομακτικών μορφών, εχθρικών προς τον ίδιο και που ζητούσαν με μένος την καταστροφή του. Δεν έχασε στιγμή να αναρωτηθεί από πού ν’ αρχίσει την αναζήτησή του. Η μάχη είχε αρχίσει κι αυτός βρισκόταν στην καρδιά της.
Ένιωθε παράδοξα ήρεμος. Δεν υπήρχε καμία σκέψη παράδοσης, μόνο αποφασιστικότητα να συναντήσει αυτά τα άθλια πλάσματα και να τα εξοντώσει. Έρχονταν καταπάνω του σε κύματα και όταν πια η νύχτα έπεσε, η μάχη μαινόταν ακόμη με αμείωτη ένταση. Το πώς επέζησε δεν μπορεί να το ξέρει, όμως με τον ερχομό της αυγής ήξερε ότι υπήρχαν και κάποιοι που τον υποστήριζαν. Μορφές, σκιώδεις αλλά φωτεινές, έβγαιναν στην επίθεση μαζί του, με το πρωινό φως. Δεν ήταν όλος ο κήπος κακός και η καρδιά του ζεστάθηκε με την ανάμνηση όσων είχε αγαπήσει.
Οι νύχτες ακολουθούσαν τις μέρες και οι αυγές τα δειλινά. Η μάχη τον έφερε στις πιο μακρινές περιοχές του κήπου και εκεί, στο σκοτάδι και την καταχνιά, συναντήθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με πλάσματα που την ύπαρξή τους μόνο να μαντέψει θα μπορούσε. Δεν είχε αμφιβολία ότι στο τέλος θα τα κατατροπώσει, αλλά η παλίρροια της μάχης τον πήγαινε και τον έφερνε και υπήρξαν στιγμές που η απελπισία παραλίγο να τον κυριέψει. Αλλά πάνω ή κάτω, εκείνος συνέχισε να πολεμάει σε κάθε στροφή του δρόμου. Τελικά, βρέθηκε σε υψηλότερο έδαφος και πήρε μια βαθιά ανάσα, γεμίζοντας τα πνευμόνια του με καθαρότερο αέρα. Δε φαινόταν πια σημάδι από άλλα πλάσματα στους βάλτους – τα είχε εξολοθρεύσει. Το ήξερε αυτό, πέρα από κάθε αμφιβολία, γιατί στο χέρι του βρισκόταν το Ρουμπίνι και έλαμπε με μια φωτιά που του έδωσε νέα δύναμη και θάρρος.
Ακολούθησαν άλλες μάχες, το ίδιο έντονες και δεν έβγαινε πάντα νικητής. Μια φορά νόμιζε πως είχε κερδίσει το Σμαράγδι και πράγματι εμφανίστηκε στην παλάμη του για λίγο, ίσα για να ρίξει μια ματιά στα απύθμενα βάθη του. Όμως, ζήλεψε ανόητα τη θέση του ανάμεσα σε κείνους που πολεμούσαν στο πλευρό του, ενέδωσε στο θυμό του και το πετράδι εξαφανίστηκε πάλι. Ό,τι είχε κερδίσει εκείνη την ημέρα, χάθηκε. Όλα εκτός από την ανάμνηση των λόγων του γέροντα την ώρα που έφευγε. Μ’ αυτά τα λόγια στην καρδιά του, ξαναβγήκε μπροστά. Με τον καιρό, κατάλαβε τη συγγένειά του με αυτούς που πολεμούσαν δίπλα του και άρχισε να θέλει τη νίκη όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για κείνους. Τότε ήταν, που η κούραση ήταν πιο μεγάλη, που βρέθηκε να κρατάει το Σμαράγδι και πάλι στο χέρι του, αυτή τη φορά δικό του.
Αυτό έφερε μια ακόμα μεγαλύτερη δοκιμασία: αναμμένος από υπερηφάνεια με όσα είχε καταφέρει, βγήκε ξανά στη μάχη, αυτή τη φορά όμως δεν ήταν καλά προετοιμασμένος για τη δύναμη που είχε εξαπολυθεί εναντίον του. Ξανά και ξανά προσπάθησε να καταστρέψει τον εχθρό, αλλά η αυτοπεποίθηση και η πνευματική του περηφάνια τον είχαν ήδη καταδικάσει.
Η μάχη μαινόταν τώρα γύρω από τη λίμνη, που είχε κάποτε αγαπήσει τόσο. Είχε δώσει όρκο στην καρδιά του ότι αυτή την αγάπη δεν θα του την έπαιρναν ποτέ. Αναμνήσεις από το παρελθόν τον κατέκλυσαν, πάνω στην αγριότητα της μάχης. Στο τέλος, αναγνώρισε τους εχθρούς του από παλιά και ήξερε καθέναν από τους συντρόφους του με τ’ όνομά του. Σε ένα γρήγορο, αποκαλυπτικό όραμα τα είδε όλα: εχθρούς και φίλους, δύναμη και αδυναμία. Την αξιολύπητη ευτέλεια και την υπολογισμένη πονηριά αυτών που ήθελαν την καταστροφή του. Την ανιδιοτελή αφοσίωση και τη θυσία αυτών που στέκονταν δίπλα του για να φτάσει εκείνος στο σκοπό του. Γέμισε ντροπή για την ανόητη υπερηφάνειά του και στάθηκε εκεί ταπεινά ευγνώμων που είχε ακόμα την ευκαιρία να πολεμήσει και να νικήσει, να υπηρετήσει αυτούς που τόσο γενναιόδωρα υπηρέτησαν εκείνον.
Για ακόμα μία φορά, βρέθηκε σε σκληρή μάχη και αυτή τη φορά δεν υπήρχε παρά μόνο ένας δρόμος, της νίκης. Όταν όλα είχαν τελειώσει, στάθηκε σιωπηλός πλάι στην ηλιόλουστη λίμνη και στο χέρι του βρισκόταν το πολυπόθητο Ζαφείρι. Ένιωσε μεγάλη κούραση, αλλά τον κρατούσε μια ανέκφραστη χαρά: το ξόρκι που είχε φέρει τόσο κακό στο βασίλειο του πατέρα του, που είχε δέσει τον ίδιο σ’ αυτό το μαγεμένο κήπο, είχε πια σπάσει. Ήταν έτοιμος να αναλάβει την κληρονομιά του. Κοίταξε ψηλά και είδε το γέρο δίπλα του. Γυρίζοντας να του σφίξει το χέρι, ανακάλυψε ότι κρατούσε στο δικό του το τελευταίο πετράδι, το Διαμάντι.
Του Hazel Minot
3 Responses
-
Παράθεμα: Ο Μαγεμένος Κήπος – vchara

Υπέροχη ιστορία, αφήνει τον αναγνώστη να επιλέξει τα μηνύματα που θα του περάσει και ποια ερμηνεία και εξήγηση θα δώσει στα γεγονότα που διαδραματίζονται μέσα στον κήπο. Το μειονέκτημα που βρίσκω είναι ότι η ιστορία εξελίσσεται γρήγορα ή και απότομα αν το θέλεις και το ίδιο γρήγορα τελειώνει. Θα μου άρεσε να “χρωματίζει” περισσότερο τους εχθρούς ή τον γέροντα και τους συμμάχους και ίσως να μας δώσει, έστω και στο τέλος, λίγο περισσότερη από την γνώση που έλαβε ο πρωταγωνιστής από τις περιπέτειες του… Keep up!great job
Συμφωνώ μαζί σου για το ότι από τη μέση και μετά γίνεται γρήγορη η πλοκή, σε σχέση με την αρχή που οι περιγραφές είναι μακροσκελείς και λεπτομερείς. Θα ήθελα να επισημάνω εδώ πως το κείμενο είναι του Hazel Minot σε δική μου μετάφραση, με πολύ λίγες προσθήκες ή αλλαγές. Thanks για το σχόλιο, πολύ εύστοχες οι παρατηρήσεις σου!!