Η Σκοτεινή Πλευρά των Παραμυθιών

Όλοι τα έχουμε ακούσει μεγαλώνοντας, ξανά και ξανά, σαν υπνωτισμένοι. Η παιδική φαντασία μας ήταν αρκετή για να ζωντανέψει πριγκίπισσες και δράκους, να σηκώσει κάστρα και να να φτιάξει κόσμους μαγικούς, όπου όνειρο και φαντασία έχαναν τα σύνορά τους. Και όσο τρομαχτικά κι αν ήταν, πάντα ξέραμε τη μεγάλη αλήθεια:

“Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…”

Όμως, ο κόσμος στον οποίο άνθισαν και καταγράφηκαν αυτά τα παραμύθια (οι απαρχές τους είναι σίγουρα χαμένες στο χρόνο), δεν ήταν ονειρικά πλασμένος. Ήταν γεμάτος τρόμο και κακό, άγνοια και δεισιδαιμονία, βία και σαδισμό. Τα παραμύθια αυτά ήταν ένα εργαλείο για τους γονείς του τότε, για να νουθετήσουν τα παιδιά τους και να τους μάθουν απλούς κανόνες υποταγής μέσα από το φόβο. Αυτή η άγνοια και η δεισιδαιμονία ήταν που γέννησαν ιστορίες τρομακτικές, για γερά νεύρα, που ακόμα και σήμερα είναι δύσκολο να μη νιώσει κανείς αποστροφή ακούγοντας τες. Παρακάτω, έχω συλλέξει κάποιες από τις αρχικές εκδοχές πολύ γνωστών και αγαπημένων μας παραμυθιών. Όποιος θέλει να κρατήσει άσπιλη την ανάμνησή τους, ας διαλέξει κάποιο άλλο άρθρο να διαβάσει – γιατί εδώ μπαίνουμε στη Ζώνη του Λυκόφωτος:

Η Ωραία Κοιμωμένη

Σε μία απ’ τις πιο παλιές εκδοχές αυτής της κλασικής ιστορίας, που εκδόθηκε το 1634 απ’ τον Τζιανμπατίστα Μπάσιλε ως Ο Ήλιος, το Φεγγάρι και η Τάλια, η πριγκίπισσα δεν τρυπάει το δάχτυλό της σε ένα αδράχτι, αλλά της μπαίνει στο δάχτυλο μια σκλήθρα από λινάρι. Πέφτει κάτω, σα νεκρή, όμως ο πατέρας της αρνείται να δεχτεί ότι την έχασε κι έτσι την τοποθετεί σ’ ένα κρεβάτι, σε κάποια από τις εξοχικές του κατοικίες. Αργότερα, ένας βασιλιάς που έχει βγει για να κυνηγήσει στο δάσος, τη βρίσκει και μην μπορώντας να την ξυπνήσει, τη βιάζει ενώ εκείνη είναι αναίσθητη κι έπειτα γυρίζει στη χώρα του. Κάποια στιγμή μετά απ’ αυτό, η πριγκίπισσα γεννάει δύο μωρά – ακόμα αναίσθητη – και ένα από αυτά, κατά λάθος ρουφάει τη σκλήθρα από το δάχτυλό της, κι έτσι εκείνη ξυπνάει. Ο βασιλιάς που τη βίασε είναι ήδη παντρεμένος με άλλη, αλλά καίει τη γυναίκα του ζωντανή έτσι ώστε να μπορέσει να ζήσει με την Τάλια (όποιος ανησυχεί για την ηθική πλευρά της δολοφονίας, να πούμε ότι η γυναίκα του προσπάθησε να σκοτώσει και να φάει τα παιδιά της Τάλιας πρώτα..).

Η Κοκκινοσκουφίτσα

Αν και ακούγεται απίστευτο, οι αδερφοί Γκριμ στην πραγματικότητα ωραιοποίησαν αυτή την ιστορία, όταν την έπιασαν στα χέρια τους. Στην εκδοχή του Σαρλ Περό, στη συλλογή του 1697 Ιστορίες και Παραμύθια Περασμένων Εποχών: Ιστορίες της Μητέρας Χήνας δεν υπάρχει γενναίος ξυλοκόπος. Η μικρή Κοκκινοσκουφίτσα απλά γδύνεται, πέφτει στο κρεβάτι και έπειτα πεθαίνει, φαγωμένη από τον Κακό Λύκο, χωρίς θαυματουργή παρέμβαση (σε μία άλλη εκδοχή, τρώει πρώτα τη γιαγιά της, αφού τη μαγειρεύει σε σούπα και πίνει το αίμα της σε ένα κρασοπότηρο). Ο Περό μας δίνει αυτή την εκδοχή θυμίζοντάς μας πως δεν είναι όλοι οι λύκοι άγρια θηρία – κάποιοι μας σαγηνεύουν με γοητεία και τρυπώνουν στα κρεβάτια μας. Τα σεξουαλικά υπονοούμενα δε χάνονται –  ένα σύγχρονο ιδίωμα της γαλλικής για μια κοπέλα που χάνει την παρθενιά της ήταν το elle avoit vû le loup — είδε το λύκο.

Η Σταχτοπούτα

Εδώ ο Περό είναι πολύ πιο ήπιος από τους αδερφούς Γκριμ – στη δική του εκδοχή, οι δυο κακές αδερφές παντρεύονται μέλη της βασιλικής οικογένειας και φεύγουν μακριά, αμέσως μετά το γάμο της Σταχτοπούτας. Στην ιστορία των Γκριμ όμως, οι αδερφές κόβουν μέρη των ποδιών τους για να τους χωρέσει το γοβάκι (παραδόξως τις προδίδει το αίμα που τρέχει σα νερό..), και στο τέλος ένα σμήνος περιστέρια τους βγάζουν τα μάτια.

Η Χιονάτη

Πρώτα από όλα, όπως έχουμε ξαναπεί, στην αρχική εκδοχή των Γκριμ το 1812, η κακιά βασίλισσα είναι η μητέρα της Χιονάτης κι όχι η μητριά της. Επίσης, η Βασίλισσα στέλνει τον κυνηγό να της φέρει το συκώτι και τους πνεύμονες της Χιονάτης (όχι την καρδιά της), τα οποία σκοπεύει να φάει. Όταν ο πρίγκηπας τη βρίσκει, εκείνη δεν είναι σε βαθύ ύπνο, αλλά νεκρή. Φορτώνει το σώμα της σε ένα κάρο για να πάει να παίξει μαζί της – όμως ο υπηρέτης του σκοντάφτει, κουνάει το φέρετρο και το κομμάτι του δηλητηριασμένου μήλου που της είχε κολλήσει στο λαιμό, βγαίνει. Ενδιαφέρον έχει και η κατάληξη της Βασίλισσας κατά τους Αδερφούς Γκριμ: Όταν εμφανίζεται (με θράσος) στο γάμο της Χιονάτης, την αναγκάζουν να φορέσει καυτά, σιδερένια παπούτσια, με τα οποία πρέπει να χορέψει μέχρι να πέσει κάτω νεκρή.

Χάνσελ και Γκρέτελ / Το Σοκολατένιο Σπίτι

Ήδη η εκδοχή που ξέρουμε είναι αρκετά αποκρουστική – η κακιά μητριά εγκαταλείπει τα παιδιά να πεθάνουν στο δάσος, κι εκείνα πέφτουν επάνω στο σπίτι μιας μάγισσας με κανιβαλιστικές ορέξεις, η οποία τα παχαίνει για να τα φάει, της το σκάνε και με δόλο τη σκοτώνουν και φεύγουν. Η εκδοχή των Γκριμ είναι ουσιαστικά ίδια, όμως σε μια πιο παλιά γαλλική έκδοση που λέγεται Τα Χαμένα Παιδιά, η μάγισσα είναι ο Διάβολος, και ο Διάβολος θέλει να αφαιμάξει τα παιδιά πάνω σε μια σανίδα πριονίσματος. Φυσικά, προσποιούνται πως δεν ξέρουν πώς να ανέβουν, κι έτσι ο Διάβολος βάζει τη γυναίκα του (που προσπάθησε να βοηθήσει τα παιδιά νωρίτερα) να τους δείξει. Αμέσως της κόβουν το λαιμό, κλέβουν όλα τα λεφτά του Διαβόλου και φεύγουν μακριά.

Η Ραπουνζέλ

“Ραπουνζέλ, Ραπουνζέλ, άσε κάτω τα μαλλιά σου να ανεβώ!” Ε, λοιπόν τα άφηνε.. ίσως λίγο πιο συχνά από ότι θα ‘πρεπε, στον πρίγκηπα. Έτσι, καταλήγει έγκυος και μάλιστα προδίδεται στη μάγισσα που την κρατάει αιχμάλωτη κάνοντας ένα σχόλιο για τα ρούχα της – ότι τη στενεύουν. Η μάγισσα, που δε θέλει τον ανταγωνισμό, της κόβει τα μαλλιά και τη μεταφέρει πολύ μακριά, όπου αναγκάζεται να ζήσει σαν άστεγη ζητιάνα, κι αυτή και το παιδί της. Κι όσο για τον πρίγκηπα, τον δελεάζει στο κάστρο της, όπου τον πετάει από το παράθυρο. Αυτός πέφτει πάνω σε αγκαθωτούς θάμνους, οπότε δε σκοτώνεται, αλλά τυφλώνεται. Παρόλη την αιματοχυσία πάντως, το παραμύθι έχει αίσιο τέλος.

Η Μικρή Γοργόνα

Όλοι ξέρουμε την ιστορία της Μικρής Γοργόνας: πουλάει τη φωνή της για ένα ζευγάρι πόδια, περπατάει για λίγο άτσαλα, κερδίζει τον πρίγκηπα, σωστά? Ε λοιπόν, όχι ακριβώς. Στην αρχική ιστορία του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, ανταλλάζει τη γλώσσα της για πόδια, αλλά μέρος της συμφωνίας είναι ότι κάθε της βήμα είναι αβάσταχτο, σα να πατάει πάνω σε σπαθιά, και αν ποτέ ο πρίγκηπας παντρευτεί κάποια άλλη, την άλλη μέρα του γάμου εκείνη θα πεθάνει και θα γίνει αφρός της θάλασσας. Ελπίζοντας να κερδίσει την καρδιά του πρίγκηπα, χορεύει γι’ αυτόν, ακόμα κι αν αγωνιά από τους πόνους. Εκείνος χτυπάει παλαμάκια και τελικά αποφασίζει να παντρευτεί κάποια άλλη. Οι αδερφές της γοργόνας πουλάνε τα μαλλιά τους και αγοράζουν ένα στιλέτο. Μ’ αυτό την παρακινούν να σκοτώσει τον πρίγκηπα και να αφήσει το αίμα του να στάξει πάνω στα πόδια της, κάνοντάς τα και πάλι ουρά. Εκείνη τον παραφυλάει, αλλά δεν μπορεί να το κάνει. Έτσι, πεθαίνει και γίνεται αφρός. Αργότερα ο Άντερσεν άλλαξε το τέλος, έτσι ώστε η γοργόνα γίνεται “κόρη του ανέμου” – αν κάνει καλές πράξεις για 300 χρόνια, μπορεί να αποκτήσει ψυχή και να πάει στον Παράδεισο.

Ο Πινόκιο

Στην αρχική εκδοχή του Κάρλο Κολόντι, μόλις ο Τζεπέτο φτιάχνει τον Πινόκιο, η μαριονέτα το σκάει. Τον πιάνει η αστυνομία, και υποθέτουν ότι ο Τζεπέτο τον κακοποιούσε, κι έτσι φυλακίζουν τον τεχνίτη. Ο Πινόκιο πηγαίνει πίσω στο σπίτι του Τζεπέτο το ίδιο βράδυ και κατά λάθος σκοτώνει το σοφό γρύλο που μιλάει. Αργότερα, κρεμιέται από ένα δέντρο και πνίγεται.

Το Ασχημόπαπο

Στη διάσημη ιστορία του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, το Ασχημόπαπο αρχικά παρενοχλείται διαρκώς από όλα τα ζώα του κτήματος. Δραπετεύει και ζει με τις αγριόχηνες και τις πάπιες, οι οποίες όμως σφαγιάζονται από κυνηγούς. Μια γρια τον περιμαζεύει, αλλά η γάτα και η κότα της τον βασανίζουν ακόμα περισσότερο. Τελικά, μετά από πολλή κακοποίηση, και αφού περνάει το χειμώνα μόνος, βρίσκει τους κύκνους που επιστρέφουν την άνοιξη.

Ο Μαγεμένος Αυλός

Το τρομακτικό με αυτή την ιστορία είναι ότι φτιάχτηκε σε μια προσπάθεια να εξηγηθούν οι πραγματικές εξαφανίσεις και θάνατοι των παιδιών της πόλης Χάμελιν. Λέγεται λοιπόν, ότι η πόλη του Χάμελιν υπέφερε από αρουραίους, κι όταν εμφανίστηκε ο αυλητής, υποσχόμενος να τους απαλλάξει από τα ποντίκια με το μαγικό αυλό του, οι κάτοικοι συμφώνησαν να τον πληρώσουν. Έπαιξε τη μελωδία του κι όλοι οι ποντικοί τον ακολούθησαν μαγεμένοι ως τον ποταμό Βέσερ, όπου έπεσαν και πνίγηκαν. Όταν όμως γύρισε να πληρωθεί, οι κάτοικοι άλλαξαν γνώμη και αρνήθηκαν να τον πληρώσουν. Μια μέρα που ήταν γιορτή κι όλοι ήταν στην εκκλησία, μπήκε στην πόλη ξανά και άρχισε να παίζει τον αυλό του. Αυτή τη φορά όλα τα παιδιά του χωριού τον ακολούθησαν σε έκσταση, μπήκαν σε μια σπηλιά και δεν τα ξαναείδε ποτέ κανείς. Επίσης, λέγεται ότι ένα τυφλό παιδί, ένα κουτσό κι ένα κουφό έμειναν πίσω – δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν για προφανείς λόγους το καθένα – κι έτσι έμαθαν οι κάτοικοι του χωριού τι είχε συμβεί.

The Dark Fae

Share

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Post comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Discover more from In Myth Unite

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading